σαπρόφυτο

το, Ν
1. συν. στον πληθ. τα σαπρόφυτα
βιολ. οργανισμοί που τρέφονται με την αποικοδόμηση νεκρής ή σηπόμενης οργανικής ύλης, όπως είναι πολλοί μύκητες, μεγάλος αριθμός βακτηριακών ειδών, λ.χ. βακτήρια τού εδάφους, και ορισμένα ανώτερα φυτά, λ.χ. διάφορες ορχιδέες, ορισμένα είδη τής οικογένειας γεντιανίδες κ.ά., οργανισμοί που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανακύκλωση τής ύλης, αφού τα ανόργανα υποπροϊόντα τής αποικοδομητικής τους δραστηριότητας μπορούν να ενσωματωθούν και πάλι σε οργανικές ενώσεις από τα πράσινα φυτά
2. φρ. «προαιρετικό σαπρόφυτο»
βιολ. μικροοργανισμός που είναι συνήθως παρασιτικός αλλά υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να επιβιώσει ως σαπρόφυτο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. saprophyte (< σαπρός + φυτό)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαπροφυτικός — ή, ό, Ν βιολ. (για οργανισμό) αυτός που τρέφεται με νεκρή ή αποικοδομούμενη οργανική ύλη. επίρρ... σαπροφυτικώς και σαπροφυτικά με σαπροφυτικό τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαπρόφυτο. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στον Ν. Χλωρό] …   Dictionary of Greek

  • σαπροφυτισμός — ο, Ν βιολ. τρόπος θρέψης ορισμένων οργανισμών οι οποίοι δεν μπορούν να συνθέσουν την τροφή τους και είναι υποχρεωμένοι να προσλαμβάνουν έτοιμες οργανικές ενώσεις τις οποίες έχει συνθέσει άλλος οργανισμός, δηλαδή να προσλαμβάνουν τα απαραίτητα για …   Dictionary of Greek

  • ευγλένη — (euglena viridis). Πρωτόζωο της τάξης των ευγλενοειδών, της ομοταξίας των μαστιγοφόρων. Ζει στα γλυκά νερά, έχει ατρακτοειδές σχήμα και ένα μακρύ μαστίγιο στο ένα άκρο του κυττάρου, το οποίο του επιτρέπει να κινείται στο υγρό περιβάλλον. Η ε.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.